Οι τηλεπικοινωνίες στα χρόνια της κατοχής

oteΚατεστραμμένες τηλεπικοινωνίες, λογοκρισία, αλλά και εμπόριο, δημεύσεις πρώτων υλών, συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις, πτυχές της πολύμορφης ιστορίας της Ελλάδας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, φωτίζουν τα τηλεγραφήματα και το αρχειακό υλικό της περιόδου 1940-1944 που φυλάσσονται στο .

 

Η αξιοποίησή του γίνεται δυνατή χάρη στην ολοκλήρωση του έργου της ψηφιοποίησης όπως τονίζει η υπεύθυνη του μουσείου Νικολέτα Λιακοσταύρου, υπογραμμίζοντας το πόσο κομβαικό ήταν για τη συγκεκριμένη περίοδο το ζήτημα των επικοινωνιών, με τη φύλαξη ή την καταστροφή των δικτύων να αποτελεί τμήμα στρατηγικής σημασίας του πολεμικού σχεδιασμού.

Τα τεκμήρια της συγκεκριμένης περιόδου που υπάρχουν στο Μουσείο Τηλεπικοινωνιών του ΟΤΕ, αφηγούνται δύο παράλληλες ιστορίες, λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ιστορικός Σωτήρης Κουτμάνης, η πρώτη έχει σχέση με την ιστορία της καθημερινής, οικονομικής και ιδιωτικής ζωής στην Ελλάδα, ενώ η δεύτερη αφορά την εξέλιξη των τηλεπικοινωνιών της χώρας.

 Σε γενικές γραμμές κατά τη διάρκεια της κατοχής το τηλεγραφικό και τηλεφωνικό δίκτυο καταστράφηκε σε ποσοστό 80%. Το μοναδικό ελληνικό πλοίο για καλωδιακές εγκαταστάσεις βυθίστηκε το 1941 από τους Γερμανούς στο λιμάνι της Σύρου, ενώ όλοι οι ασύρματοι σταθμοί λεηλατήθηκαν από τους κατακτητές.

Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου επιβλήθηκε επίσημη ελληνική λογοκρισία σε όλη την αλληλογραφία και τα τηλεγραφήματα. Στα ατελή επιστολικά δελτάρια του Ελληνικού Στρατού που έστελναν οι φαντάροι από το μέτωπο (23/12/1940) και στα τηλεγραφήματα, που ορισμένα μεταβιβάζονταν πλέον σε πρόχειρο χαρτί κακής ποιότητας (4/1/1941), άρχισαν να εμφανίζονται οι σφραγίδες «ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΑΘΗΝΩΝ» ή «ΕΛΟΓΟΚΡΙΘΗ», ενώ δεν λείπουν και τα τηλεγραφήματα που στέλνονταν κρυπτογραφημένα για λόγους ασφαλείας, όπως αυτό του υφυπουργού Συγκοινωνιών Πολυζωγόπουλου προς τις περιφερειακές διευθύνσεις Κρήτης (ΜΤ-022091, 24/3/1941) κατά τη διάρκεια του πολέμου.

 Με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941, οι δυνάμεις κατοχής εξακολούθησαν να χρησιμοποιούν τις σφραγίδες της ελληνικής λογοκρισίας ή δεν λογόκριναν τα τηλεγραφήματα. Μετά, όμως, από λίγους μήνες επιβλήθηκε Ιταλική και Γερμανική λογοκρισία (Censura, Zensurstelle) που κράτησε μέχρι την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δυνάμεις κατοχής τύπωσαν νέα έντυπα τηλεγραφημάτων αφαιρώντας το στέμμα από το λογότυπο των ΤΤΤ.

Είναι προφανές ότι εξαιτίας του αυστηρού ελέγχου, αλλά και λόγω της ίδιας της φύσης του μέσου (επιγραμματική, διεκπεραιωτική, αποσπασματική, επίσημη), το τηλεγράφημα ως ιστορικό τεκμήριο αδυνατεί να αποδώσει το κλίμα ή την αίσθηση της εξαθλίωσης και των ακραίων συνθηκών διαβίωσης της κατοχής.

Παρόλα αυτά, το τηλεγράφημα παρέμενε το κυριότερο και πιο αξιόπιστο μέσο τηλεπικοινωνίας, καθώς η τηλεφωνία δεν είχε αναπτυχθεί ακόμη ικανοποιητικά στην Ελλάδα και κυρίως στην επαρχία, το 1940 ο αριθμός των συνδρομητών στα επαρχιακά κέντρα δεν ξεπερνούσε τις 15.000. Όπως φαίνεται και από το τηλεγράφημα που αποστέλλεται από το Νεοχώριο Χαλκιδικής στην Αθήνα το 1942, ο αποστολέας ζητά να του στείλουν τηλεγράφημα, καθώς η τηλεφωνική συνδιάλεξη είχε διακοπεί (ΜΤ-021399).

Σε μεγάλο βαθμό τα τηλεγραφήματα δίνουν την εντύπωση ή την ψευδαίσθηση ότι η ζωή κυλούσε ομαλά, όπως πριν τον πόλεμο. Υπάρχουν ευχές για νιόπαντρους και συλλυπητήρια για τους θανάτους. Βλέπουμε μέσα από τα τηλεγραφήματα απρόσκοπτη τη συνέχιση της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας: εμπορικές συναλλαγές, φορτώσεις εμπορευμάτων, ναυλώσεις πλοίων, εμβάσματα χρημάτων μαζί με πληροφορίες για την υγεία ενός συγγενικού προσώπου ή την εξέλιξη κάποιας προσωπικής υπόθεσης.

Ακόμη και μέσα στην περίοδο του μεγάλου λιμού, στην πείνα του χειμώνα του 1941, συναντάμε εμπόρους να διακινούν τόνους λαδιού σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, είναι οι ίδιοι έμποροι που στέλνουν φορτία με ελιές για τα σώματα Ασφαλείας στην Αθήνα (ΜΤ-020594, 9/12/1941).

Εξαίρεση αποτελούν για παράδειγμα, τα τηλεγραφήματα του εμπορικού πράκτορα Παπαργυρίου ο οποίος μιλάει για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το εμπόριο εξαιτίας της γερμανικής κατοχής, δηλαδή δημεύσεις εμπορευμάτων από τις γερμανικές αρχές, επιτάξεις εργατών, εκτίναξη του πληθωρισμού και επιτακτική ανάγκη αποστολής τροφίμων (ΜΤ-021448).

Εξάλλου, το τηλεγράφημα του Υπουργού Οικονομικών, Σ. Γκοτζαμάνη, θυμίζει ότι όλες οι αρχές του κράτους έπρεπε να συνεργαστούν με τις κατοχικές δυνάμεις (ΜΤ-021973, 10/11/1941) για τη δήμευση των πρώτων υλών.

 Σε αυτό το πλαίσιο συνεργασίας οι Γερμανοί, που ήλεγχαν απόλυτα τις τηλεπικοινωνίες της χώρας, ζήτησαν από την «Ελληνική Πολιτεία» και τους διορισμένους από αυτούς δημάρχους να «φυλάττουν την νύχτα τα τηλεφωνικά και τηλεγραφικά καλώδια» εκείνων των περιοχών της Αθήνας που είχε αναπτυχθεί έντονη αντιστασιακή δράση, όπως στην Καισαριανή και στον Βύρωνα. Εξ αρχής, αυτού του είδους η υποχρεωτική εργασία αντιμετωπίστηκε από τους δημότες των λαϊκών συνοικιών με εχθρότητα. Έτσι, η δωσίλογη κυβέρνηση προσπάθησε με επιπλέον κίνητρα (χορήγηση εργατικής μερίδας άρτου, αύξηση ημερομισθίων), που δόθηκαν κυρίως από τον Απρίλιο του 1943, να στελεχώσει την υπηρεσία φύλαξης καλωδίων.

Στο μουσείο του ΟΤΕ φυλάσσεται εξάλλου και μία επιτοίχια αυτόματη μεταλλική τηλεφωνική συσκευή Siemens & Halske του 1940. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Δημήτρη Μαστραπά, που δώρισε τη συγκεκριμένη συσκευή στο μουσείο του ΟΤΕ, το τηλέφωνο αυτό ήταν τοποθετημένο από τους Γερμανούς στο εργοστάσιο τσιμέντου ΤΙΤΑΝ, που είχαν επιτάξει. Είναι χρώματος γκρι σκούρου. Στο επάνω μέρος έχει στρογγυλό μεταλλικό κουδούνι, ενώ και το ακουστικό είναι ενισχυμένο μεταλλικό. Ήταν σχεδιασμένες για μείζονα αντοχή, καθώς παρόμοιες συσκευές χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί σε βιομηχανικές αλλά και στρατιωτικές μονάδες, όπως οχυρά.

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

back to top